Ιστορίες της Koula Shaker

42. Η 90άρα κασέτα

Το μεσημέρι του Σαββάτου βαριόμασταν να μαγειρέψουμε. Μπορεί να είχε έξω 23 βαθμούς, αλλά μού είχε “κολλήσει” να φάω γιουβαρλάκια, από αυτά τα μαλακά με το ελάχιστο ρύζι μέσα, και το πλούσιο αυγολέμονο που ποτέ δεν μπορώ να πετύχω – όχι πως πετυχαίνω τα γιουβαρλάκια, προς Θεού, τα πετάς στον τοίχο και γυρίζουν πίσω, όποτε θέλουν στο Ρολάν Γκαρός μπορώ να τους παραχωρήσω 4 κιλά ψημένα, έτοιμα. Η ταβέρνα του κέντρου της Αθήνας, αυτή που αν ποτέ κλείσει (κουνηθείτε από τη θέση σας) θα πεινάσει πολύς κόσμος, είχε εκείνη την ωραία άπλα και την ησυχία που ενίοτε διέκοπτε η μουσική, το συνηθισμένο πρόγραμμα που αποτελείται από το λεγόμενο “έντεχνο” και ορισμένα λαϊκά τραγούδια, σχεδόν όλα παλιά. Comfort food, comfort music από όταν βγαίναμε με τους γονείς μας σε ταβέρνες στα 13 μας και μέχρι να έρθει το χοιρινό σνίτσελ που είχαμε παραγγείλει, θέλαμε να φύγουμε γιατί είχαμε χορτάσει από φαΐ και ακροάσεις ενήλικων συζητήσεων. Στην ταβέρνα το βαφτιστήρι μας κοιμόταν για αρκετή ώρα, όταν ξύπνησε, έφαγε και μετά άρχισε την περιπλάνηση στο χώρο. Μετά το τέλος του φαγητού (μέγα λάθος για όσους έχουν κάνει φωνητική) άρχισα να τής τραγουδάω ό,τι έπαιζε το YouTube της ταβέρνας κι εκείνη με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, μέχρι να εμφανιστεί κανένα περιστέρι κοντά της και να πάει να το κυνηγήσει. Κι αυτή γιουβαρλάκια είχε φάει, αλλά έχει την ενέργεια δίχρονου παιδιού και όχι τη δική μου της ψαροκασέλας.

 

Η χαλάρωση του Σαββατοκύριακου (ή το συμπαντικό έλεος, δεν έχω καταλήξει) έφερε τη νέα περίοδο την Δευτέρα, 28 μέρες νταν μετά την προηγούμενη, πράγμα που συμβαίνει λιγότερες φορές από όσες έχω πει ότι ξεκινάω διατροφή (και ξέρουμε όλοι πόσες είναι αυτές οι φορές). Όμως, σε αντίθεση με τις άλλες φορές πονούσα κάμποσο, είχα κράμπες, είχα ποναλάκια στα σωθικά μου, είχα ένα συναίσθημα ξεβολέματος ακόμα κι όταν ήμουν ξαπλωμένη. Είπα “θα περάσει” και το απόγευμα έφυγα από το σπίτι να πάω στην προπόνηση χωρίς να έχω πάρει χάπια. Όχι πως είμαι εναντίον των χαπιών, το αντίθετο, αλλά ξαναείπα “θα περάσει, σκάσε, μια προπόνηση είναι, δεν είσαι και διπλωμένη στα 4 από τους σφάχτες”. Την επόμενη μέρα πήγα στον γιατρό και μού είπε να επιστρέψω στο ιατρείο σε λιγότερο από μια βδομάδα, για να δούμε την πρόοδο του ωοθυλακίου που φαινόταν να κατεβαίνει. Βγήκα στην Κηφισίας να πάρω ταξί, έστειλα τον Θανάση να ψάξει για Ovitrelle (just in case), έφτασα σπίτι, άρχισα να δουλεύω και συνέχισα την ημέρα περίπου όπως πάντα (π.χ. στις 4 βάζω Ευαγγελάτο οπωσδήποτε, διότι θέλω να ξέρω τι σπινάρεται από ειδήσεις στις γριές).

 

 

 

 

Το βράδυ η Βιβή είχε κλείσει εισιτήρια να πάμε στο Θέατρο Ολύμπια, την παλιά Όπερα στην Ακαδημίας, να ακούσουμε Βασίλη Παπακωνσταντίνου και Μαρία Παπαγεωργίου να ερμηνεύουν Μάνο Λοΐζο, στο πλαίσιο του αφιερώματος που πραγματοποιείται τον Μάιο για τα 40 χρόνια από το θάνατο του τραγουδοποιού. “Πρώτη φορά έρχομαι στον Παπακωνσταντίνου”, είπε η Βιβή, “Μωρή αλήθεια τώρα, πώς έγινε αυτό”, τέλος πάντων, συζητούσαμε για τους καλλιτέχνες όση ώρα το αρκουδάκι της αγάπης, ο Δημήτρης Κουτσούμπας, έπιανε θέση δίπλα στον Μάκη Μάτσα, ο οποίος έμοιαζε να έχει καταφτάσει μόλις από με το γιοτ του από το Πορτοφίνο, όπου είχε πάει να δει αν το εξοχικό ήταν εντάξει και αν ήθελε κανένα μερεμέτι το μπάνιο πριν φύγει για να ξεκαλοκαιριάσει.

 

Το πρόγραμμα περιλάμβανε δυο δίσκους του Λοΐζου, τα “Τραγούδια του Δρόμου” και το “Για μια μέρα Ζωής”. Στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του μεταπολιτευτικού σχολείου, αν φυσικά υπήρχε κάποιος καθηγητής να θέλει να ασχοληθεί με το θέμα (γεια σου, Έλενα, αγαπημένη μου), τα κομμάτια των πιο πάνω δίσκων ήταν απαραίτητα για να βγει το πρόγραμμα της 28ης Οκτωβρίου και της 17ης Νοεμβρίου. Τραγουδούσαμε στη σχολική χορωδία το Μη με ρωτάς, τον Τσε, το Ακορντεόν, και ενίοτε σόλο το Σ’ ακολουθώ και την Κουτσή Κιθάρα. Καμία παρελθοντολαγνεία δεν έχω, άλλη μουσική ακούω σήμερα στην καθημερινότητά μου, αυτά τα τραγούδια όμως έχουν εγγραφεί στον σκληρό δίσκο της ψυχής μου, τόσο επειδή τα έμαθα στο σχολείο, όσο επειδή (και) αυτά τα τραγούδια είχε η δισκοθήκη του πατέρα μου.

 

Τα ποναλάκια δεν είχαν σταματήσει, αλλά σε κάθε τραγούδι αισθανόμουν μια θαλπωρή, μια χαλάρωση, θυμόμουν τα βράδια που έκανα πρόβες μόνη μου στο δωμάτιό μου για να μάθω σωστά τις αναπνοές και τη 2η φωνή στο Ακορντεόν και τις σχολικές εκδηλώσεις όπου σέρναμε πρωινιάτικα τους γονείς και τους λοιπούς συγγενείς – ευτυχώς χωρίς να έχουν αναλάβει δουλειά κριτή στο X-Factor ή σε παρόμοιο ριάλιτι. Ερχόντουσαν για να μας δουν, να ακούσουν τα παιδιά τους να τραγουδάνε όπως κι εκείνοι “Δεν θα περάσει ο φασισμός”, να συνειδητοποιήσουν ότι η μουσική τους παιδεία, ο πολιτισμός τους και η πολιτικοποίησή τους κάπως “περνούσαν” στα παιδιά τους. Ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζαν.

 

Στον ένα περίπου χρόνο που προσπαθώ συστηματικά να γίνω μάνα, έχω σκεφτεί πολλές φορές το ενδεχόμενο να ευοδώσει η προσπάθεια και να η οικογένειά μας να αυξηθεί κατά ένα πρόσωπο ακόμα, το οποίο θα χρειάζεται, εκτός των άλλων, και τις πολιτισμικές – και άλλες – παραστάσεις των γονιών του για να μάθει τον κόσμο και, κυρίως, τον εαυτό του. Δεν ξέρω αν είναι “γρουσουζιά” να σκέφτεσαι το curriculum που θα ήθελες να ακολουθήσει το – για την ώρα – έμβρυό σου (όχι δεν το έχουμε γράψει ακόμα στα αγγλικά, παραδόξως δεν έχω αρχίσει να πηδάω φράχτες), κρίνοντας όμως εξ ιδίων τα αλλότρια και τα ημέτερα, μέσα στην παραζάλη της περιόδου, την αβεβαιότητα (και) αυτού του νέου ωοθυλακίου, τις αναμνήσεις από όταν άκουγα τους δίσκους και τις κασέτες του πατέρα μου από “την εποχή του”, όπως ο ίδιος έλεγε, όλο το βράδυ της Τετάρτης 11 Μαΐου σκεφτόμουν έντονα το tagline της εκδήλωσης, που είναι παραλλαγή στίχου τραγουδιού του Λοΐζου: “από την καρδιά στην μνήμη”. Η μνήμη μου είναι πάρα πολύ δυνατή, η καρδιά μου σπασμένη, συγκρατείται όμως στη θέση της με τις προοπτικές του μέλλοντος και με κάποιες από τις αναμνήσεις που με καθόρισαν ως Κούλα, ως προσωπικότητα, ως τον άνθρωπο που κάποια στιγμή θέλησε να γίνει μάνα και το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί (με την ευκαιρία, γεια σου Γιώργο Νταλάρα).

 

 

 

 

Το βράδυ της Τετάρτης 11 Μαΐου, τυχαία, χάρη στην Βιβή, τον Λοΐζο, τον Βασίλη, την Μαρία Παπαγεωργίου (και το Κουτσουμπίνι, το αρκουδάκι της αγάπης, μην ξεχνιόμαστε), πήγα ξανά στο γυμνάσιο, όταν όλα ήταν πιο πολύπλοκα και πιο απλά ταυτόχρονα. Η εφηβεία σε πολιορκούσε με ύπουλες μεθόδους, οι οικογενειακές σταθερές σου, όμως, σού θύμιζαν ότι για να βρεις το δικό σου Δρόμο, και όχι τον Δρόμο του Λοΐζου που σού έμαθαν από 6 χρονών, έπρεπε να κοιτάς τόσο την ιστορία, όσο και το μέλλον. Να μην είσαι προσκολλημένος στο παρελθόν, αλλά και να μην το αγνοείς, γιατί, θες δε θες, αυτό σε καθόρισε ως το σημείο που κατάλαβες ότι είχε φτάσει η ώρα να γίνεις ο εαυτός σου. Και τι είμαι σήμερα, λοιπόν; Μια ενενηντάρα κασέτα, από αυτές που έδινες στους συμμαθητές σου ή σε όποιον είχε καλή δισκοθήκη ή CD-θήκη να σού γράψει μερικά τραγούδια που ήθελες και που μόλις ο connoisseur τής μουσικής (δηλαδή αυτός που είχε μεγαλύτερο αδελφό/ αδελφή) έπιανε στα χέρια του σού έλεγε “τι ενενηντάρα ρε μαλάκα, είναι βαριές αυτές, τουλάχιστον πήρες μια SONY να ακούγεται καλά, τέλος πάντων, πες τι θες να σου γράψω, τα Χαιρετίσματα τα θες“; Ως ενενηντάρα, λοιπόν, περιλαμβάνω μεγάλη ποικιλία ήχων και στίχων, αναμνήσεων και συνδετικών κρίκων που αφορούν σε γεγονότα διαφόρων ειδών, κάποια από τα οποία θα ήθελα να μην έχουν συμβεί ποτέ. Τουλάχιστον τώρα, ένα χρόνο και κάτι μετά τη διάγνωση της υπογονιμότητάς μου και ταυτόχρονα σχεδόν ένα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα μου, το έργο του Λοΐζου μού θύμισε πως “τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη του ζωή” κι ότι ο δικός μου δρόμος έχει τη δική του ιστορία, αλλά και το δικό του μέλλον, όποιο κι αν είναι αυτό, με παιδιά ή χωρίς, κι ας “αργήσει εκείνη ημέρα” (συγγνώμη, Μάνο, δεν αμφισβητώ τους στίχους σου, απλά τους κάνω λίγο πιο δικούς μου, έτσι αποφάσισα στη ζωή μου).

 

 

Πηγή φωτογραφίας εξωφύλλου: lilzidesigns

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.