Ιστορίες της Koula Shaker

34. Η Πόπη Πότερ και η Έγκριση του ΕΟΠΥΥ, Παρτ Ουάν

– “Πόπη”. “Πόπη”. “Πόπη!”

– Έλα, ναι, τι;

– Ο γιατρός σε ρώτησε κάτι.

– Ναι, μάλιστα, γιατρέ, στις 2 του μήνα περιμένω κανονικά περίοδο, οπότε να πάω δυο μέρες μετά για εξετάσεις, σωστά;

Μετρούσε τις μέρες ως την περίοδο με τα δάχτυλα, αλλά ο Τάκης δεν είχε καταλάβει πως ήταν απορροφημένη με κάτι συγκεκριμένο κι έτσι για λίγη ώρα νόμιζε πως εκείνη χάζευε και ο λογισμός της έτρεχε κάπου αλλού πέραν των όσων είχαν να συζητήσουν στην πρώτη τους επίσκεψη στο γυναικολόγο, που τής είχε συστήσει η ξαδέρφη της και που μετά κόπων και βασάνων είχαν κλείσει ραντεβού μαζί του.

– Μόλις βγουν οι εξετάσεις, θα με πάρεις τηλέφωνο, θα κάνει και ο Παναγιώτης το σπερματογράφημα και τις υπόλοιπες εξετάσεις που είπαμε και θα τις φέρετε να τις δω. Κι από εκεί και πέρα βλέπουμε τι θα κάνουμε.

Ξεροκατάπιαν και οι δυο μελλοντικά εξεταζόμενοι, που προσπαθούσαν να κάνουν παιδιά – χωρίς αποτέλεσμα – εδώ και έναν χρόνο και κοιτάχτηκαν έτοιμοι να φύγουν.

– Το κινητό μου το έχετε, μού τηλεφωνείτε για οτιδήποτε χρειαστείτε.

Σηκώθηκαν ταυτόχρονα και άρχισαν να φοράνε να μπουφάν τους με τέτοια αρμονία, λες και ήταν οι αδελφές Πανταζή σε αγώνες ανόργανης γυμναστικής.

“Ευχαριστούμε πολύ, γιατρέ”, είπαν ταυτόχρονα και “Καλό βράδυ”, είπε μόνος του ο Τάκης, γιατί η Πόπη δεν ήταν ιδιαίτερα φαν της χορωδίας και βγήκαν έξω από το ιατρείο πολύ γρήγορα, εν μέρει γιατί είχαν αγχωθεί με την προοπτική των εξετάσεων και εν μέρει επειδή πεινούσαν πάρα πολύ – ήδη είχε πάει 11 το βράδυ και βρισκόντουσαν στο δρόμο από τις 8 το πρωί.

– Τα θυμάσαι αυτά που μας είπε;

– Τα θυμάμαι, τα έγραψα όλα, εγώ θα πάρω αύριο να κλείσω ραντεβού σε αυτόν τον ουρολόγο, θα του πω να μου το κανονίσει με βάση την Επιτροπή.

– 75 μέρες πόσο είναι από σήμερα;

– Όχι από σήμερα, από το προηγούμενο σπερμοδιάγραμμα.

– Τι μου λες κι εσύ τώρα, έχω μυαλό να κάνω αριθμητικές πράξεις, να σου πω, τι έχουμε να φάμε στο σπίτι;

– Κάτι φακές χτεσινές, κάτι μπάμιες με κοτόπουλο σημερινές και κάτι στραγάλια πολύχρωμα που μας έφερε η θειά μου από την Κομοτηνή.

– Ωραία, τι θα παραγγείλουμε;

– Πεϊνιρλί και δεν το διαπραγματεύομαι κιόλας.

– Σιγά, Ανδρέα Παπανδρέου του ντελίβερι, που είναι το πεϊνιρλί αδιαπραγμάτευτο.

Γέλασε, έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και βγήκε στην Κηφισίας διερωτώμενος τι ποτά έχουν απομείνει στο σπίτι κι αν ταίριαζε το Λαγκαβούλιν με λουκάνικο Τζουμαγιάς, το υλικό που κοσμούσε πάντα το αγαπημένο του πεϊνιρλί της γειτονιάς.

Η Πόπη πεινούσε με τρέλα, εξίσου όμως με τρέλα σκεφτόταν τη διαδικασία στην οποία θα έπρεπε να μπουν με βάση τα όσα τούς είχε πει ο γιατρός. Οι πρώτες ορμονολογικές που είχε κάνει στις αρχές του φθινοπώρου κινούνταν ανάμεσα στο “κααααλές είναι για την ηλικία σου” και το “εγώ στη θέση σου δε θα ανησυχούσα”. Οι δεύτερες ορμονολογικές, που θα έκανε τον επόμενο μήνα, θα χρειαζόντουσαν για την Επιτροπή του ΕΟΠΥΥ. “Αφού μπορείτε να πάρετε τα φάρμακα της εξωσωματικής από εκεί, γιατί να μην κάνετε όλη τη διαδικασία, το κόστος των φαρμάκων είναι μεγάλο και στις εξετάσεις θα υποβληθείτε έτσι κι αλλιώς“. Και δίκιο είχε, εδώ που τα λέμε, αλλά η υπομονή δεν ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της Πόπης Πότερ. Ήδη από όταν ήταν μικρή σκεφτόταν πως ήθελε να τα κάνει ΟΛΑ και να τα κάνει ΓΡΗΓΟΡΑ, ει δυνατόν πρώτη από όλους, όχι για να έχει να το λέει πως είχε την πρωτιά, αλλά δε μπορούσε εκ φύσεως να αφήσει την όποια δυνητικά ενδιαφέρουσα εμπειρία να περάσει έτσι απλά από μπροστά της, χωρίς να τη ζουπήξει ανελέητα. Στις 11:40 είχε φάει μόνο μισό πεϊνιρλί, όχι για λόγους διατροφής, αλλά επειδή κόντεψε να πνιγεί από τη λαιμαργία και να της καθίσει το μπέικον στον καρύτζαφλο. Σύρθηκε πάνω στις στραβοπατημένες παντόφλες ως το δωμάτιό τους και κοιμήθηκε χωρίς να προλάβει να κλείσει το φως του πορτατίφ. Την ίδια ώρα ο Τάκης κοιτούσε την οινοθήκη του σαλονιού και τελικά αποφάσισε να ανοίξει ένα μπουκάλι σόδα. “Άσε, το Λαγκαβούλιν κοστίζει και μια περιουσία, πρέπει να προετοιμαζόμαστε σε περίπτωση που δεν εγκριθούμε από την επιτροπή”.

Το ξυπνητήρι της Πόπης κουδούνισε στις 7:30, ένα απροσδιόριστο φωνήεν βγήκε από το στόμα της, γύρισε πλευρό και βρέθηκε μπροστά στο γουρλωμένο βλέμμα του Τάκη.

– Πόπη, αν δεν πάρουμε την έγκριση, τι θα κάνουμε;

Γούρλωσε κι εκείνη τα μάτια της, έκανε λίγο πίσω το κεφάλι της, σηκώθηκε από το κρεβάτι χωρίς να πει τίποτα και άνοιξε το λάπτοπ για να τυπώσει εις διπλούν (σόρι περιβάλλον) τον αναλυτικό κατάλογο με τα δικαιολογητικά του εγγράφου με τίτλο “Σχετικά με Διαδικασίες Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής”. “Τάκη, αν δεν κοιμήθηκες καθόλου το βράδυ και σήμερα παραπατάς, θα κάνεις να ξαναδείς πεϊνιρλί ώσπου να γεννήσω, πάρε τα χαρτιά και κύκλωσε τι δεν έχουμε κι εγώ πάω να πλυθώ, να φτιάξω καφέ, να δούμε από πού θα ξεκινήσουμε”. Έμεινε για λίγο κουκουλωμένος και γουρλωμένος,αγνοώντας τα χαρτιά που είχε αφήσει η Πόπη στο μαξιλάρι της. Σε τρία λεπτά η Πόπη βρισκόταν στην πόρτα του δωματίου και φώναζε “ΣΗΚΩ”.

 

– Συγγνώμη, να ρωτήσω κάτι, όταν λένε τα δικαιολογητικά ότι θέλουν να έχουμε βιβλιάριο υγείας, τι εννοούν, όλα αυτά δεν είναι τώρα ηλεκτρονικά;

– Σάμπως ξέρω κι εγώ τι εννοούν, δεν τους παίρνεις ένα τηλέφωνο να μάθεις;

– Αν είχα μάθει πιστεύεις θα ρωτούσα εσένα; Μια με τρεις το μεσημέρι σηκώνουν το τηλέφωνο – και αν.

– Δώσε μου τον κατάλογο να τον δω κι εγώ.

Η Σόφη πήρε τα χαρτιά, προσπέρασε τις δυο πρώτες σελίδες και πήγε κατευθείαν στη λίστα.

– Καταρχάς κέντρο έχετε βρει;

– Ναι, το Κέντρο Αθηνών, θα μας κάνει τη διαδικασία ο Αργυρός, που ήταν και το πρώτο παιδί του σωλήνα στην Ελλάδα.

– Άλλο λέω μωρή, ο γιατρός είναι μόνος του ή ανήκει σε κέντρο;

– Σε κέντρο ανήκει, καρακέντρο, Πλατεία Συντάγματος σαν να λέμε.

– Ωραία, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, υστεροσαλπιγγογραφία έχεις, γιατί θυμάμαι ότι είχες πάει και μούγκριζες. Υπέρηχο θα κάνεις, βέβαια δε λέει του πότε πρέπει να είναι ο υπέρηχος, ορμονικές θα κάνεις, β’ χοριακή θα κάνεις…

– Αυτό είναι το πρόβλημά μου, ότι έχω πάρα πολλά να κάνω και δεν ξέρω πότε θα προλάβω να τα κάνω. Καταρχάς από τη μέρα που τους βρήκα στο τηλέφωνο για πρώτη φορά, όταν και μου είπαν γι’ αυτό το έγγραφο, δεν τούς έχω ξαναβρεί, τι να κάνω, να πάω από εκεί; Αλλά κάθε μέρα έχουν διαδικασία επιτροπής, δεν είναι σίγουρο ότι θα πετύχω διαθέσιμο άνθρωπο να ρωτήσω, επίσης είναι πάνω στις δικές μας ώρες εργασίας.

– Περίμενε, περίμενε, η Ματούλα τι σου είπε;

– Η Ματούλα το έκανε 5 χρόνια πριν, πού να θυμάται, κάποια άλλη πρέπει να βρούμε να ρωτήσουμε, βασικά αυτούς εκεί πρέπει να ρωτήσουμε.

– Καλά, σκάσε τώρα γιατί έρχεται ο παπάρας, κάνε ότι περνάς τιμολόγια και θα συνεχίσουμε μετά.

“Όλα καλά κορίτσια;”, ρώτησε ο αρχιλογιστής/ ιδιοκτήτης του γραφείου περνώντας το κεφαλάκι του δήθεν χαριτωμένα μέσα από την μισόκλειστη πόρτα. “Όλα καλά κύριε Κώστα” – ε ρε και να ήξερε ότι η Πόπη ξεκινούσε τέτοια διαδικασία, ήδη θα είχε πάθει meltdown στην προοπτική του να πληρώνει μισθό λεχώνας και αντικαταστάτη. “Αυτό το ‘κορίτσια’, όποτε το ακούω θέλω να τον κουτουλήσω, εμείς κρατάμε το γραφείο όρθιο, τέλος πάντων”, σκέφτηκε η Πόπη, φύλαξε τη λίστα του ΕΟΠΥΥ στην τσάντα της και άνοιξε ένα ακόμα καταραμένο εξελόφυλλο.

Το απόγευμα μετά το pilates η Πόπη γύρισε στο σπίτι και κάθισε στο πάτωμα, όπως ήταν με το κολάν και την τσάντα γυμναστικής. Τεντώθηκε λίγο πάνω από το τραπεζάκι για να ρίξει αντισηπτικό στα χέρια της και έβγαλε από την τσάντα το ημερολόγιο που είχε για να σημειώνει τα ραντεβού. “Ωραία, ας πούμε ότι τους βρίσκω αύριο στο τηλέφωνο και μού κλείνουν ραντεβού. Πότε θα είναι αυτό το ραντεβού, σε δυο μήνες, σε τέσσερις, σε έξι, πόσο κόσμο έχει στην αναμονή;”. Έξυσε τη ράχη της μύτης της, “έσκασε” πάνω της η μεγάλη συγκέντρωση οινοπνεύματος με αυτή την ηλίθια μυρωδιά πεπονιού, λες και το αντισηπτικό πρέπει σώνει και ντε να μυρίζει παγωτό, κι άρχισε να βήχει. “Πώς θα προλάβουμε να κάνουμε όλες τις εξετάσεις και να τις πάμε την ημερομηνία που θέλουν, εφόσον αυτοί την καθορίζουν; Επίσης, εγώ πού ξέρω αν θα τα συμπληρώσω όλα σωστά, δεν πρέπει να τα δει και ένας άλλος – όχι ο Τάκης, ένας άλλος που να ξέρει από τέτοια. Θα μείνω εδώ χαμέ, θα παγώσει ο κώλος μου, όπως είμαι, θα με βρουν ξυλιασμένη από το κρύο κι ακόμα δε θα ξέρω από πού να ξεκινήσω”.

Ένα μισάωρο μετά γύρισε κι ο Τάκης, με το κράνος της μηχανής στο χέρι, περασμένο σαν γάντι του μποξ.

– Τι κάνεις κάτω;

– Σκέφτομαι.

Πλησίασε, έσκυψε μπροστά της και της είπε “Δε μπορούμε να τρελαθούμε για μια επιτροπή. Σήκω εσύ τώρα”.

 

Φωτογραφία εξωφύλλου: Sara Bakhshi

Leave a Reply

Your email address will not be published.