Ιστορίες της Koula Shaker

28. “Τίμια”

Είναι Κυριακή απόγευμα κι έχουν περάσει 31 ημέρες από την τελευταία μου περίοδο, το πιο πρόσφατο ευχάριστο νέο στο πλαίσιο του Μεγάλου Ταξιδιού της Εξωσωματικής Διαδικασίας – για συντομία ας τη λέμε Μ.Τ.Ε.Δ., που θυμίζει και δημόσιο οργανισμό ιδρυθέντα επί ΠΑΣΟΚ. Ναι, μέχρι πριν από λίγες ημέρες δεν είχα μετρήσει το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την τελευταία μου περίοδο ως τότε, αλλά τώρα αναγκάστηκα να το κάνω, γιατί από το μυαλό μου περνάνε – με ψυχραιμία πάντα – λέξεις όπως “περιεμμηνόπαυση”. Πιθανότατα δεν θα είναι αυτό, αλλά δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να σκεφτώ όταν έχω διάφορα σκόρπια ποναλάκια στην κοιλιά, θέλω να φάω σοκολάτΕΣ επί σειρά ημερών, αισθάνομαι κόπωση, μελαγχολία – “ελαφριάς μορφής, αλλά μελαγχολία”, που θα έλεγε και ο Μπέζος – και γενικώς υπάρχουν στιγμές που υποψιάζομαι πως θέλω να τα σπάσω όλα, ωστόσο ο οργανισμός μου καταπιέζει αυτό το συναίσθημα με διάφορους τρόπους και έτσι οριακά το έχω αντιληφθεί εγώ, πόσο μάλλον οι άλλοι.

 

Πάρε τηλέφωνο τον γιατρό”, μου λέει ο Θανάσης κάθε φορά που με βλέπει να έχω αυτό το υφέρπον άγχος – το προδίδουν τα διάσπαρτα ψίχουλα από διάφορα αμυλούχα πάνω στο τραπέζι – και πάντα δίνω την ίδια απάντηση. “What difference does it make?”, ο άνθρωπος θα μου πει “περίμενε και θα έρθει”.

 

 

 

Γενικότερα μιλώντας, το σύμπαν φωνάζει “υπομονή” και η Κούλα το έχει καταπιεί ως έναν βαθμό, αλλά θα ήθελε και ένα σφηνάκι τεκίλα, έτσι, επειδή είναι χωνευτικό (επίσης ποιος ήταν που είπε πως όταν αρχίζεις να αναφέρεσαι στον εαυτό σου σε τρίτο πρόσωπο κάτι αρχίζει να πηγαίνει πολύ λάθος, τον χρειάζομαι).

 

Διαδικασίες όπως η υποβοηθούμενη γονιμοποίηση χρειάζονται, βέβαια, εκτός της προαναφερθείσας υπομονής, εσωτερική δύναμη, ψυχολογική υποστήριξη, λεφτά, και διάφορα χόμπι ή άλλα πράγματα για να ξεχνιέσαι. Αυτά, στην παρούσα φάση τουλάχιστον, για το μέλλον δεν ξέρω, τα έχουμε, τόσο εγώ, όσο και ο Θανάσης, η υπομονή όπως προείπα “καταπίνεται” as we speak (την τεκίλα την έχω παραγγείλει από τον Σκλαβενίτη και την Τρίτη θα είναι εδώ), εγώ έχω αποδεχτεί ότι ο κόσμος γύρω μου προχωράει, μένει έγκυος, γεννάει, “μεγαλώνει – μεγαλώνει – γεράααα παιδιάααα” και παράλληλα κάνω tone down την επιθυμία μου για γονεϊκότητα, όχι προσπαθώντας να ξεχαστώ, διότι αυτό δεν γίνεται έτσι κι αλλιώς, αλλά επιχειρώντας να εστιάσω σε αυτό που λέγεται “bigger picture”. 

 

 

 

Καθορίζεται η ζωή μου γενικά μιλώντας από την ύπαρξη ενός δικού μας παιδιού; Το κεφάλι της Κούλας λέει “όχι” (φωνάξτε, λέμε, αυτόν που είπε τι συμβαίνει όταν αναφέρεσαι στον εαυτό σου σε τρίτο πρόσωπο, τα πράγματα αρχίζουν να ξεφεύγουν), η ψυχή της όμως έχει κουραστεί λιγάκι να περιμένει. Από την άλλη, βέβαια, διαβάζοντας διάφορες ιστορίες γυναικών που έχουν περάσει του λιναριού τα πάθη για να γίνουν μητέρες, λες “βούλωνε, κοπέλα μου, ακόμα δεν ξεκίνησες τη διαδικασία”, άσχετα που ο χρόνος αισθάνεσαι να διαστέλλεται και το τελευταίο επτάμηνο να έχει κρατήσει περίπου όσο ολόκληρη η πανδημία, για να μην πω όσο η περίοδος της μεσαιωνικής πανούκλας.

 

Μέσα σε όλη αυτή την ανθυποκαντήφλα, γνώρισα πριν μέρες μια φίλη μιας φίλης που ξεκινάει τώρα την πρώτη της απόπειρα εξωσωματικής γονιμοποίησης και ήταν τόσο ήρεμη, τόσο ξεκάθαρη απέναντι στον εαυτό της και με αυτό που ήθελε και, κυρίως, τόσο αποφασισμένη πως θα κάνει αυτό που περνάει απ’ το χέρι της και, αν το πετύχει, το πέτυχε, αλλιώς υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να γίνεις γονιός, δεν έγινε και κάτι αν δεν κυοφορήσεις, δεν έγινε και κάτι αν δεν αποκτήσεις παιδί γενικότερα.

 

 

 

 

Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ, χωρίς να βοηθάει ιδιαίτερα το προαίσθημα που έχω για την επόμενη περίοδο/ ωορρηξία και την ήδη υπάρχουσα κύστη. Θέλω να το κάνω και μάλιστα θέλω να το κάνω όπως αυτή η κοπέλα (και συνάμα όπως η απουσιολόγος που βρίσκεται ακόμα μέσα μου): καλά, σωστά, χωρίς άγχος. Αλλά όπως πάει το πράγμα, η δική μου προσπάθεια δεν θα είναι “καλή” με την προαναφερθείσα έννοια. Επιδιώκω να είναι απλώς τίμια. Το “τίμιο” ως στόχος είναι αρκετά ok για μένα και το συνειδητοποίησα όταν έψαχνα τον Καλύτερο Κουραμπιέ της Αθήνας: δεν υπάρχει “καλύτερος κουραμπιές της Αθήνας”. Υπάρχουν πιο βουτυράτοι, πιο μπισκοτένιοι, πιο ψημένοι, πιο άψητοι, με πιο πολλά ή με πιο λίγα αμύγδαλα, αλλά δεν υπάρχει καλύτερος. Υπάρχει όμως ο Πιο Τίμιος, και είναι ο κουραμπιές του Ρεμούνδου στην Κυψέλη. Αυτός ο κουραμπιές θέλω να γίνω εγώ, τουλάχιστον για όσο διαρκέσει το Μ.Τ.Ε.Δ.

 

Photo by Brett Jordan on Unsplash

Leave a Reply

Your email address will not be published.