Ιστορίες της Koula Shaker

3. “Κάτι ελαφρύ”

Η πιο σπαστική απάντηση που μπορεί να σου δώσει ένας πάροχος υγείας είναι αυτή που – κατά 99% – θα πάρεις όταν θέσεις το ερώτημα “τι κάνει να φάω πριν την επέμβαση”. “Κάτι ελαφρύ” είναι αυτή η απάντηση, δυο λέξεις που δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα, διότι το “κάτι” (που θέλω, που θα με κάνει σαν τρελή να το θέλω), ok, σημαίνει μια συγκεκριμένη ποσότητα, ένα πιάτο ξέρω ΄γω, το “ελαφρύ” όμως διαθέτει πολύ ντεγκραντάρισμα ως έννοια.

 

 

 

Για μένα π.χ. ελαφριά είναι μια σαλάτα με ραδίκια και ραντίτσιο, για άλλον είναι ένα πιάτο κριθαράκι (ίου, παρεμπιπτόντως, για μια τροφή που παραμένει αναποφάσιστη ανάμεσα στο ζυμαρικό και το ρύζι), για άλλον ένα φιλέτο κοτόπουλο και για άλλον μια μερίδα γιουβαρλάκια. Επίσης, εγώ στη σαλάτα με τα ραδίκια θα βάλω και ένα μπαλσάμικο με ρόδι, λίγες φλούδες παρμεζάνας, μια χούφτα φρέσκο θυμάρι και 4 παξιμάδια από χαρούπι. Και ερωτώ: είναι αυτό ελαφρύ υπό την έννοια των γιατρών ή πρέπει να φάω καλύτερα το κριθαράκι, ειδικά όταν είναι να μπω για χειρουργείο;

 

Τέλος πάντων, την παραμονή του χειρουργείου έφαγα ελαφρά – ούτε και θυμάμαι τι – κοιμήθηκα νωρίς και ξυπνήσαμε αξημέρωτα να πάμε στο νοσοκομείο με σκοπό μέχρι τις 9 με 10 να έχει ξεκινήσει η διαδικασία. Την προηγούμενη (πριν φάω το “ελαφρύ γεύμα”) είχα πάει για προεγχειρητικό έλεγχο, δηλαδή είχα δώσει αίμα – και μετά το είχα φτύσει κιόλας για να γυρίσω στη δουλειά μέσα από το κέντρο το οποίο ήταν κλειστό λόγω πορείας – και γενικώς όλα ήταν έτοιμα για τη Μεγάλη Εισαγωγή.

 

Στην είσοδο της γραμματείας περίμεναν δυο τρεις γυναίκες για να γεννήσουν – δε μπορώ να πω ότι τις είχα ζηλέψει όταν τις είχα δει, μέσα στην αγωνία και την ταλαιπωρία – κι όση ώρα εκείνες βαριανάσαιναν εγώ καθόμουν σ’ εκείνη τη στενάχωρη πλαστική καρέκλα που σου κάνει τον κώλο σου μασίφ, μέχρι να ολοκληρωθούν τα γραφειοκρατικά και να με πάνε στο δωμάτιο.

 

 

 

Μόλις μπήκα μέσα και ξάπλωσα εννοείται πως βρήκα ευκαιρία και έριξα έναν ωραίο ύπνο, ενώ ο βασικός λόγος για τον οποίο ξύπνησα ήταν ότι περίμενα πως θα έμπαινα χειρουργείο και ότι θα έπρεπε στο μεταξύ να ζήσω την bonus εμπειρία του κλύσματος. Η νοσοκόμα και το κλύσμα ήρθαν κάποια στιγμή (με αυτήν ακριβώς τη σειρά), το έκανα, το έζησα, επέστρεψα στο κρεβάτι μου, ξανακοιμήθηκα, και όταν ξύπνησα πάλι δεν είχε έρθει η ώρα για να μπω στο χειρουργείο, όπως με ενημέρωσε η μαία του γιατρού, γιατί μια άλλη κοπέλα πριν από εμένα είχε μπει για κάποια διαγνωστική επέμβαση και η διαδικασία είχε καθυστερήσει λόγω των ευρημάτων. Δε χρειάζεται να αναρωτιέστε, προφανώς και ξανακοιμήθηκα.

 

 

 

Κάποια στιγμή μετά το 4ο ξύπνημα και όταν είχε πάει πλέον μεσημέρι και δε με ένοιαζε ούτε το ότι είχα προ πολλού χωνέψει το χτεσινοβραδινό “ελαφρύ γεύμα” και ονειρευόμουν μια πίτσα με σαλάμι πικάντε (ας μας απαντήσει υπεύθυνα ένας πάροχος υγείας αν αυτό είναι ελαφρύ γεύμα), ήρθε η μαία μαζί με τον τραυματιοφορέα και μου είπαν να ετοιμαστώ γιατί είχε έρθει η ώρα μου. Φόρεσα τη ρόμπα, έβγαλα τα γυαλιά μου, ξάπλωσα, και κατέβηκα στο μείον 2, όπου πέτυχα τον γιατρό να με περιμένει στην είσοδο του ασανσέρ. Δυστυχώς η κοπέλα που είχε μπει πριν από εμένα δεν είχε βγει ακόμα και άκουγα την προϊσταμένη (λέω “άκουγα” διότι χωρίς τα γυαλιά δεν έβλεπα τίποτα) να συντονίζει τη διαδικασία για πολλή ώρα, προσπαθώντας να καταλάβω τι ακριβώς τής είχαν βρει. Αφού περίμενα περίπου άλλη μια ώρα στον φαρδύ διάδρομο έξω από τα χειρουργεία, και ζούσα το δικό μου θολό – λόγω μυωπίας – Γκρέιζ Ανάτομι, έφτασε η στιγμή που μπήκα μέσα στην αίθουσα, από την οποία θυμάμαι κυρίως ένα πολύ δυνατό λευκό φως. Συγκρατήθηκα και δεν είπα στην αναισθησιολόγο ότι είναι πολύ τυχερή που δουλεύει σε χώρους με φωτισμό ιδανικό για να βγάζεις φρύδια και ανταμείφθηκα με έναν ακόμα ύπνο, αυτή τη φορά χάρη στη νάρκωση.

 

 

 

Πηγή φωτογραφίας: Annie Spratt

One Comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.