Ιστορίες της Koula Shaker

1. Περιοδικό “Το παιδί μου κι εγώ”

Είχα μια κούκλα όταν ήμουν μικρή – βασικά είχα πενήντα, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα – σχεδόν σε φυσικό μέγεθος παιδιού 2 ετών, απλά για κάποιο λόγο ο κατασκευαστής είχε κρίνει πως τα μαλλιά της έπρεπε να έχουν το σαντρέ που είχε η Ρίτα Σακελλαρίου (η “θέλω να κάνω ταραχή”, όχι η Νομικού) και δη κρεπαρισμένο ανά τουφίτσα. Ήταν μια κούκλα μπαμπάτσικη, σού γέμιζε την αγκαλιά δηλαδή ακόμα κι αν ήσουν μεγαλόσωμο παιδί, φορούσε ένα καρό φόρεμα με λευκό γιακά μπροντερί ανγκλέζ και τα μπουτάκια της έκαναν πλαστικές δίπλες. Αν θυμάμαι καλά ήταν δώρο από κάποια θεία ή θείο και μέχρι να φτάσω στην έκτη δημοτικού, που αισίως την πακετάραμε για το πατάρι, δεν πρέπει να είχα παίξει μαζί της ούτε πέντε λεπτά. 

 

Τι ακριβώς να έπαιζα, σκεφτόμουν, με μια κούκλα που ήταν σαν παιδάκι που πήγαινε λίγο πιο μικρή τάξη από εμένα, είχε ένα μεγαλίστικο μαλλί, ένα γεροντίστικο ρούχο και καμία δυνατότητα να μου εξάψει τη φαντασία, ώστε να τη βολέψω μέσα σε κάποια καθημερινή μυθοπλασία, όπως έκανα για παράδειγμα με τις Μπι-μπι-μπο. Παρεμπιπτόντως, πιο ηλίθιο όνομα για παιχνίδι πρέπει να έχει βγει μόνο μια φορά στα χρονικά, και είναι μόνο το “μωρουλίνι – κατρουλίνι”.

 

Τέλος πάντων, αυτή η κούκλα, παρότι πολύ με είχε εντυπωσιάσει στα επτά μου χρόνια, όταν την πήρα για πρώτη φορά στα χέρια μου, ήταν χρήσιμη μόνο για να κοιμάμαι μαζί της και να έχω κάτι να αγκαλιάζω, κι αυτό φυσικά όχι κάθε μέρα και όχι για παραπάνω από ένα δίμηνο συνολικά. Εξάλλου, έπιανε πάρα πολύ χώρο, κι εγώ ήμουν ένα πολύ ψηλό παιδί για την ηλικία μου, που ζοριζόταν να αλλάξει πλευρό το βράδυ όταν κοιμόταν στο κρεβάτι και η Ελένη (νομίζω έτσι την έλεγα). Ακόμα κι εκείνα τα βράδια που για κάποιο λόγο έλεγα να παίρνω και την κούκλα μαζί μου, δεν είχα βρει κανένα νόημα, καμία σύνδεση μαζί της, παρότι η φαντασία μου ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. 

 

Πέραν αυτής της κούκλας, ποτέ δεν είχα πιάσει στα χέρια μου άλλο παιχνίδι που να είχε σχέση με τη μητρότητα, παρότι στις “οικογένειες” που είχα δημιουργήσει με τις Μπάρμπι και τις Μπι-μπι-μπο όλο και κάπου υπήρχε κάποια μάνα, ώστε να μπορεί να πλακώνεται μαζί της η κόρη, την οποία συνήθως, στο καθημερινό θέατρο του παιδικού μου δωματίου, “έπαιζε” η εκάστοτε αγαπημένη μου κούκλα.

 

Ποτέ δεν έπαιξα τη μάνα, όσο ήμουν παιδί, ίσως γιατί δεν έβρισκα κάποιο ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο ρόλο, ίσως γιατί όταν έχεις μικρότερα αδέρφια αποκτάς αυτομάτως κάποιες “μητρικές ευθύνες”, έστω κι αν αυτές περιορίζονται στο να προσέχεις να μη φάει κανένα μωρό καμιά γωνία με το κεφάλι του (ναι, έχουν ελαστικά κόκαλα και, ναι, το έλεγα από τότε με περίσσιο θράσος). Γενικά ποτέ δεν είχα αναπτύξει ένστικτο φροντίδας που να θυμίζει το λεγόμενο και “μητρικό φίλτρο”, παρότι διάφορα πράγματα που έκανα για τους φίλους μου ίσως να τους θύμιζαν τη μάνα τους (όχι, δυστυχώς δεν είμαστε φίλοι με τον Χρήστο Κυριαζή). 

 

Πότε μού “ξύπνησε” αυτό το φίλτρο; Δεν ξέρω ακριβώς, δεν είναι υπενθύμιση στο κινητό για να βγάλει συγκεκριμένο ήχο σε συγκεκριμένη ώρα και στιγμή. Ξέρω μόνο πως, όταν αποφασίσαμε με τον σύντροφό μου να παντρευτούμε, θέλαμε και οι δυο να αποκτήσουμε παιδιά μαζί. Για το “μαζί”, όχι απλά για τα παιδιά. Κι αυτή είναι η αρχή μιας ιστορίας που λέγεται δύσκολα. Όχι από ντροπή ή από κόμπλεξ, αλλά από βαθύ σεβασμό απέναντι σε όλες, όλους, όλ@ που έχουν θελήσει να αποκτήσουν παιδιά, είτε τα κατάφεραν, είτε όχι.

 

Πηγή φωτογραφίας: Hello I’m Nik

 

One Comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.